ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ - ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΕΑΤΡΩΝ

ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ

ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΟΡΧΟΜΕΝΟΥ


 

Πληροφορίες | Περιγραφή Μνημείου | Φωτοθήκη | Επιστημονικό δελτίο

Πληροφορίες
   

Τo αρχαίο θέατρο Ορχομενού είναι κτισμένο εντός της τειχισμένης ακρόπολης του 4ου αι. π.Χ. και σήμερα είναι ορατό στην περιοχή ανάμεσα στον μνημειώδη μυκηναϊκό θολωτό τάφο (13ος αι. π.Χ.), γνωστό ως «Θησαυρό του Μινύα» και το βυζαντινό ναό της Παναγίας Σκριπούς.
 

 

Αρχαίο θέατρο Ορχομενού

Γενική άποψη του αρχαίου Θεάτρου

 

 

Περιγραφή μνημείου


Το αρχαίο θέατρο Ορχομενού είναι κτισμένο εντός της τειχισμένης ακρόπολης του 4ου αι. π.Χ. και σήμερα είναι ορατό στην περιοχή ανάμεσα στον μνημειώδη μυκηναϊκό θολωτό τάφο (13ος αι. π.Χ.), γνωστό ως «Θησαυρό του Μινύα» και το βυζαντινό ναό της Παναγίας Σκριπούς.

Η πρώτη διαμόρφωση του θεατρικού χώρου χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ. και πιθανότατα σχετίζεται με την εποχή επέκτασης των οχυρωματικών τειχών της πόλης από τους Μακεδόνες, μετά την επικράτηση του Φιλίππου Β' Μακεδονίας στη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. ή μετά την καταστροφή των Θηβών το 335 π.Χ. Τότε ο Ορχομενός ανταμείφθηκε από τους Μακεδόνες για τις υπηρεσίες του στην εκπόρθηση της αντίζηλης πόλης.

Η πρωϊμότερη χρήση του χώρου κατά τον 5ο αι. π.Χ., για την πραγματοποίηση δρωμένων στο πλαίσιο θρησκευτικών εορτών, δεν μπορεί να αποκλεισθεί καθώς από τις εργασίες καθαρισμού της ορχήστρας αλλά και του θεμελίου του παλαιότερου σκηνικού οικοδομήματος το 2012, προήλθαν δύο χάλκινα νομίσματα Χαλκίδας, με χρονολογία κοπής 480-445 π.Χ.

Το θέατρο, όπως αυτό αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1970 σώζει ένα ενιαίο κοίλο και οι βαθμίδες για την έδραση των μαρμάρινων εδωλίων είναι εν μέρει λαξευμένες στο φυσικό βραχώδες πρανές του Ακοντίου και εν μέρει έχουν κατασκευαστεί από τεχνητές επιχωματώσεις, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν διασωθεί. Η σημερινή μορφή του μνημείου είναι το αποτέλεσμα συνεχών ανακατασκευών και προσθηκών που έλαβαν χώρα σε όλη τη διάρκεια της περιόδου χρήσης του.

Η πρώτη ανακατασκευή του χρονολογείται στον 2ο αι. π.Χ. ενώ μια τελευταία επέμβαση εκτιμάται ότι έγινε τον 3ο αι. μ.Χ. Η μορφή του θεάτρου αποκρυσταλλώθηκε τον 2ο αι. π.Χ. οπότε κατασκευάστηκε το μαρμάρινο κοίλο, το μαρμάρινο σκηνικό οικοδόμημα και σχηματίστηκε η άντυγα του θεάτρου. Την ίδια περίοδο η είσοδος της βόρειας παρόδου μνημειοποιείται με την κατασκευή διπλού ανοίγματος ενώ στο βόρειο άκρο του θεάτρου δημιουργείται διπλή κλίμακα που οδηγούσε τους θεατές στα ψηλότερα σημεία του κοίλου.

 

Φωτοθήκη


 

-


 

-


 

-


 

-

 

Επιστημονικό δελτίο

Ονομασία Μνημείου Αρχαίο θέατρο βοιωτικού Ορχομενού
 
Κατηγορία Θέατρο
 
Σύντομη περιγραφή Το αρχαίο θέατρο Ορχομενού είναι κτισμένο εντός της τειχισμένης ακρόπολης του 4ου αι. π.Χ. και σήμερα είναι ορατό στην περιοχή ανάμεσα στον μνημειώδη μυκηναϊκό θολωτό τάφο (13ος αι. π.Χ.), γνωστό ως «Θησαυρό του Μινύα» και το βυζαντινό ναό της Παναγίας Σκριπούς.  
Εικόνες - Σχέδια Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας
 
Τεκμηρίωση - Βιβλιογραφία - P. Amandry, T.G. Spyropoulos, «Monuments choregiques d’ Orchomene de Beotie», ΒCH 98, 1974, pp.172-242.
- J. Buckler, The Charitesia at Boiotian Orchomenos, AJPh 105, 1984, pp.48-53.
- Bosnakis D., Gagtzis D., Ancient Theatres, Αθήνα 1996
- Buck R.J., A History of Boeotia, Edmonton 1979
- Buckler J., The Theban Hegemony, 371-362 B.C., Cambridge Mass 1980, Harvard Historical Studies 86
- K. Fittschen, Ο Μέγας Αλέξανδρος στη Βοιωτία, Αλέξανδρος ο Μέγας. Από τη Μακεδονία στην οικουμένη. Διεθνές Συνέδριο, Βέροια 27-31/5/1998, Βέροια 1999, σ. 49-60.
- Fittschen K., "Orchomenos in Boiotien", Archaeologischer Anzeiger 1997, 543-54
- Farinetti E.M., "Orchomenos in the Archaic period: a pathway towards a polis model", Αραβαντινός Β. (επιμ.), Δ΄ Διεθνές Συνέδριο Βοιωτικών Μελετών, 2008, 279-291
- Έ. Κουντούρη, Ορχομενός, ΑΔ 53 (2004), σ. 336-339
- Ε. Κουντούρη, «Ορχομενός-Κωπαΐδα», Αρχαιολογία. Εύβοια και Στερεά Ελλάδα (επιμ. Α. Βλαχόπουλος), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 2008, 248-254
- Leake W.M., Travels in Northern Greece II, London 1835
- Παπαχατζής Ν., Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις V, Αθήνα 1981
- Schachter A., The cults of Boiotia, 1-4, London 1981-1994, BICS
- Scliemann H., “Exploration of the Boeotian Orchomenus”, JHS 2 (1881), 122-163
- Σπυρόπουλος Θ., ΑΑΑ 6 (1973), 392 κ.ε.
- Θ. Σπυρόπουλος, Ορχομενός, ΑΔ 28 (1973), Χρονικά, σ. 258-259.
 
Θέση Το αρχαίο θέατρο το Ορχομενού εντοπίζεται στην περιοχή του επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου του Ορχομενού Βοιωτίας, που καταλαμβάνει το ανατολικό άκρο του Ακοντίου όρους και αναπτύσσεται στις βόρειες παρυφές σύγχρονου οικισμού Ορχομενού του Δήμου Ορχομενού της Π.Ε. Βοιωτίας.
 
Χρονολόγηση Πρώτη φάση κατασκευής κατά τον 4ο αι. π.Χ και συχνές ανακατασκευές από τον 2ο αι. π.Χ. και 3ο αι. μ.Χ.
 
Γενική περιγραφή Μνημείου Η πρώτη διαμόρφωση του θεατρικού χώρου χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ. και πιθανότατα σχετίζεται με την εποχή επέκτασης των οχυρωματικών τειχών της πολλής από τους Μακεδόνες, μετά την επικράτηση του Φιλίππου Β' Μακεδονίας στη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. ή μετά την καταστροφή των Θηβών το 335 π.Χ. Τότε ο Ορχομενός ανταμείφθηκε από τους Μακεδόνες για τις υπηρεσίες του στην εκπόρθηση της αντίζηλης πόλης.
Η πρωϊμότερη χρήση του χώρου κατά τον 5ο αι. π.Χ., για την πραγματοποίηση δρωμένων στο πλαίσιο θρησκευτικών εορτών, δεν μπορεί να αποκλεισθεί καθώς από τις εργασίες καθαρισμού της ορχήστρας αλλά και του θεμελίου του παλαιότερου σκηνικού οικοδομήματος το 2012, προήλθαν δύο χάλκινα νομίσματα Χαλκίδας, με χρονολογία κοπής 480-445 π.Χ.
Το θέατρο, όπως αυτό αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1970 σώζει ένα ενιαίο κοίλο και οι βαθμίδες για την έδραση των μαρμάρινων εδωλίων είναι εν μέρει λαξευμένες στο φυσικό βραχώδες πρανές του Ακοντίου και εν μέρει έχουν κατασκευαστεί από τεχνητές επιχωματώσεις, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν διασωθεί. Η σημερινή μορφή του μνημείου είναι το αποτέλεσμα συνεχών ανακατασκευών και προσθηκών που έλαβαν χώρα σε όλη τη διάρκεια της περιόδου χρήσης του.
Η πρώτη ανακατασκευή του χρονολογείται στον 2ο αι. π.Χ. ενώ μια τελευταία επέμβαση εκτιμάται ότι έγινε τον 3ο αι. μ.Χ. Η μορφή του θεάτρου αποκρυσταλλώθηκε τον 2ο αι. π.Χ. οπότε κατασκευάστηκε το μαρμάρινο κοίλο, το μαρμάρινο σκηνικό οικοδόμημα και σχηματίστηκε η άντυγα του θεάτρου. Την ίδια περίοδο η είσοδος της βόρειας παρόδου μνημειοποιείται με την κατασκευή διπλού ανοίγματος ενώ στο βόρειο άκρο του θεάτρου δημιουργείται διπλή κλίμακα που οδηγούσε τους θεατές στα ψηλότερα σημεία του κοίλου.
Το κοίλο είναι στραμμένο προς τα νοτιοανατολικά και διαμορφώθηκε σε σχήμα ημικυκλίου με έντονη αξονική προέκταση. Το κοίλο έχει εσωτερική διάμετρο 39 μέτρα περίπου και αποτελείται από δώδεκα σειρές εδωλίων από πωρόλιθο. Μεταξύ των εδωλίων παρεμβάλλονται εννέα ακτινωτές κλίμακες που χωρίζουν το κοίλο σε 8 κερκίδες. Η ορχήστρα έχει διάμετρο 15,5 μ. και διαχωρίζεται από το κοίλο με αγωγό αποχέτευσης ομβρίων και ένα επίπεδο αναβαθμό. Η κατώτερη βαθμίδα του κοίλου τονίζεται με πολύλιθες μαρμάρινες προεδρίες σπάνιου τύπου, οι οποίες διασώθηκαν σε κακή κατάσταση. Κατά χώραν έχουν εντοπιστεί αρχιτεκτονικά στοιχεία, που προέρχονται από το σκηνικό οικοδόμημα (scaenae frons) και το προσκήνιο και μπορούν να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της εικόνας της ανωδομής της σκηνής, αν και πολλά δομικά στοιχεία της χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του βυζαντινού ναού της Σκριπούς. Το προσκήνιο έφερε κιονοστοιχία δωρικών ημικιόνων στην πρόσοψη και στο επιστύλιο πάνω από αυτό υπήρχε επιγραφή με αφιέρωση στις Χάριτες. Προεξέχουσες συμμετρικές πτέρυγες στο προσκήνιο διεύρυναν σημαντικά την εντύπωση του σκηνικού οικοδομήματος το οποίο στο επίπεδο του ισογείου έφτανε σε μήκος 37,5 μ.
Πάνω από το προσκήνιο βρισκόταν το λογείον, ο χώρος όπου κινούνταν οι ηθοποιοί. Από τη πίσω πλευρά του λογείου, όπως φαίνεται από τους τοίχους της σκηνής που εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή του 1972, ξεκινούσε το σκηνικό οικοδόμημα (scaenae frons), το οποίο είχε στην πρόσοψη θυρώματα. Στη ρωμαϊκή περίοδο κατασκευάστηκε με αρχαιότερο οικοδομικό υλικό υπερυψωμένο λογείο. Στην παρυφή τη ορχήστρας διατηρούνται τα έδρανα της προεδρίας προς τιμήν των Χαρίτων.
 
Υπάρχουσα κατάσταση Το μνημείο σήμερα σώζεται σε κακή κατάσταση κυρίως εξαιτίας της αποψίλωσής του από δομικό υλικό μετά την εγκατάλειψή του προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή κτηρίων. Μεγάλο μέρος του υλικού αυτού χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του παρακείμενου βυζαντινού ναού της Παναγίας Σκριπούς.
 
Έρευνες - Επεμβάσεις Το μνημείο δεν έχει ερευνηθεί συστηματικά και συνολικά. Αρχικά, οι ανασκαφές της Εφορείας στις αρχές της δεκαετίας του 1970 έφεραν στο φως το μεγαλύτερο τμήμα του κοίλου και της ορχήστρας.
Εν συνεχεία το 1997-1998, πραγματοποιήθηκαν από τη Θ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (νυν ΕΦΑ Βοιωτίας) ανασκαφικές εργασίες μικρής κλίμακας, οι οποίες έφεραν στο φως στα νοτιοδυτικά του θεάτρου τα αναλήμματα των παρόδων του μνημείου.
Το έτος 2012 με τη συνδρομή του μη κερδοσκοπικού σωματείου «ΔΙΑΖΩΜΑ», η Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας με την οικονομική ενίσχυση της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας-Περιφερειακής Ενότητας Βοιωτίας, πραγματοποίησε στο πλαίσιο Προγραμματικής Σύμβασης Πολιτισμικής Ανάπτυξης, εκτεταμένο ανασκαφικό καθαρισμό του μνημείου και μικρής κλίμακας ανασκαφική έρευνα σε επιλεγμένα σημεία του χώρου, με σκοπό να αποκαλυφθούν όλα τα δομικά στοιχεία του οικοδομήματος προκειμένου να εκπονηθεί η μελέτη αποκατάστασης του μνημείου. Κατά τις προαναφερόμενες εργασίες στο χώρο νοτίως του θεάτρου, όπου είχε γίνει ανασκαφή την περίοδο 1997-98 και μεταξύ άλλων είχε αποκαλυφθεί κτήριο, το οποίο στα δυτικά διατηρούσε στυλοβάτη με κίονες και έσωζε εσωτερικά βοτσαλωτό και ψηφιδωτό δάπεδο, το οποίο είχε ερμηνευθεί αρχικά ως στωϊκό ή ναϊκό οικοδόμημα των αυτοκρατορικών χρόνων, αποκαλύφθηκε πλήρως ο στερεοβάτης της βόρειας πλευράς του κτηρίου. Ως προς το εν λόγω κτήριο μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα η άποψη ότι πρόκειται για ναϊκό οικοδόμημα, αφιερωμένο πιθανότατα στη λατρεία του Διονύσου, το οποίο μάλιστα προϋφίσταται του θεάτρου, καθώς η νότια πάροδος του θεάτρου έχει προσαρμοστεί στον βόρειο μακρό τοίχο του ιερού με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η συμμετρία της ΝΑ γωνίας του.
 
Επιτρεπόμενες χρήσεις Το θέατρο λειτουργεί ως επισκέψιμο μνημείο του αρχαιολογικού χώρου Ορχομενού, ενώ το 2014 παραχωρήθηκε για την πραγματοποίηση της παράστασης «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» του «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ Α.Ε.»
 

Ιστορικό σύγχρονων χρήσεων

Το μνημείο δεν παραχωρείται για την πραγματοποίηση εκδηλώσεων σε σταθερή βάση καθώς δεν έχουν πραγματοποιηθεί σε αυτό εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης
 
Πρόσθετες πληροφορίες Στο θέατρο εκτός από τους μουσικούς αγώνες προς τιμήν των Χαρίτων, του Διός Ομολωίου και του Διονύσου, όπως προκύπτει από τις επιγραφές που έχουν βρεθεί στην περιοχή του θεάτρου, πραγματοποιούνταν και οι συγκεντρώσεις των συμμαχικών πόλεων του Κοινού των Βοιωτών μετά την προσωρινή μεταφορά της έδρας του στον Ορχομενό, το 335 π.Χ., όταν η πόλη της Θήβας ισοπεδώθηκε από το στρατό του Αλεξάνδρου ως τιμωρία για την αποστασία της κατά της μακεδονικής φρουράς.
Η αρχαία κατοίκηση του Ορχομενού αναπτύσσεται σχεδόν στην ίδια θέση με την σημερινή ομώνυμη πόλη, η οποία δημιουργήθηκε από τη συνένωση δύο παλαιότερων κοινοτήτων, της Σκριπούς και της Πετρομαγούλας, τις οποίες χώριζε ο ποταμός Κηφισός.
Ο Ορχομενός μαζί με τη Θήβα αποτέλεσαν δύο από τα σημαντικότερα κέντρα εξουσίας της Βοιωτίας ήδη από την προϊστορική εποχή, γεγονός στο οποίο οφείλεται και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός για κυριαρχία, που καταγράφεται σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας.
Ο πλούτος και η φήμη του Ορχομενού αποτυπώνεται στις αφηγήσεις του Ομήρου, του Στράβωνα και του Παυσανία. Ο τελευταίος μάλιστα, επισκέφθηκε το «Θησαυρό του Μινύου», τον μνημειώδη θολωτό τάφου του 13ου αι. π.Χ. και θαύμασε τον τρόπο κατασκευής του, αντιπαραβάλλοντάς τον με τα κυκλώπεια τείχη της Τίρυνθας και τις πυραμίδες της Αιγύπτου (Παυσανίου, Βοιωτία ΙΧ, 38), καθώς ο τάφος ακόμη και τότε 15 αιώνες μετά την κατασκευή του διατηρούσε άθικτη τη θόλο και το δρόμο του. Η ονομασία του τάφου είναι συμβατική και αποδίδει τη λαϊκή πεποίθηση ότι πρόκειται για θησαυροφυλάκιο, όπου συγκεντρώνονταν τα πλούτη του Μινύα. Ο τάφος ήταν υπέργειος με δρόμο μήκους περί τα 30 μ. Η είσοδός του είναι κατασκευασμένη από ασβεστόλιθο, ύψους 5,46 μ. και πλάτους από 2,43μ-2,70 μ., με το μονολιθικό υπέρθυρό της, μήκους περίπου 6 μ. και βάρους πολλών τόνων, να διατηρείται ακόμη σήμερα στη θέση του. Ο κυκλικός θάλαμος έχει διάμετρο 14 μ., όσο περίπου υπολογίζεται το ύψος της θολωτής οροφής, που ήταν κτισμένη κατά τον εκφορικό τρόπο. Στη βορειοανατολική πλευρά της θόλου ανοίγεται μικρός πλευρικός θάλαμος, ορθογώνιας κάτοψης διαστάσεων 3,79μ.Χ2,75μ. με ύψος 2,40μ., η οροφή του οποίου αποτελείται από τέσσερις ασβεστολιθικές πλάκες με ανάγλυφη διακόσμηση από σπείρες, ρόδακες και άνθη παπύρου. Το ταφικό αυτό μνημείο βρίσκει ακριβές παράλληλο στον θολωτό τάφο του Ατρέα των Μυκηνών. Τα τοιχώματα του τάφου καθώς και είσοδος του εσωτερικά αλλά και η είσοδος του πλευρικού θαλάμου ήταν διακοσμημένα με ένθετους χάλκινους ρόδακες, όπως μαρτυρούν τα υπολείμματα χάλκινων καρφιών μέσα σε οπές στους τοίχους. Ο τάφος συνέχισε να χρησιμοποιείται και μετά τη μυκηναϊκή εποχή, πρακτική που είναι σπάνια για τους τάφους αυτής της εποχής. Στο κέντρο του θαλάμου σώζεται μαρμάρινο βάθρο των ελληνιστικών χρόνων σε σχήμα Π, πάνω στο οποίο ήταν στημένα λατρευτικά αγάλματα θεοτήτων, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια χρησιμοποιήθηκε για τα αγάλματα ρωμαίων αυτοκρατόρων.
Σε καλή, κατά τόπους, κατάσταση σώζεται και η οχύρωση της πόλης του 4ου αι. π.Χ., η οποία ενισχύθηκε και επεκτάθηκε από τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας μετά τη νίκη το 338 π.Χ. στη μάχη της Χαιρώνειας. Από αυτήν την φάση ανακατασκευής του τείχους δεσπόζει ακόμη και σήμερα στην ψηλότερη κορυφή του Ακοντίου όρους, πύργος χτισμένος κατά το ισόδομο σύστημα στον οποίο καταλήγει το δυτικό άκρο του οχυρωματικού περιβόλου που περικλείει την ακρόπολη στην βόρεια πλευρά της.
Σε μικρή απόσταση από το αρχαίο θέατρο βρίσκεται ο ναός Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή της Παναγίας της Σκριπούς, όπως μας πληροφορούν οι κτητορικές επιγραφές που σώζονται εντοιχισμένες στο μνημείο, κτίστηκε το 873/4 από τον βασιλικό πρωτοσπαθάριο Λέοντα, ο οποίος αν και δεν ταυτίζεται από άλλες πηγές υπήρξε ανώτερος αξιωματούχος και μέλος της αυτοκρατορικής αυλής της Κωνσταντινούπολης, ενώ διατέλεσε πιθανότατα στρατηγός του θέματος της Ελλάδας με έδρα τη Θήβα. Το μνημείο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Βοιωτίας και ένα από τα πιο γνωστά και πολυσυζητημένα κτίρια της μεσοβυζαντινής αρχιτεκτονικής γενικότερα. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα αποτελεί η χρήση αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών στην τοιχοποιία του, τα οποία έχουν τοποθετηθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια και διακοσμητική διάθεση.
 
Πνευματικά δικαιώματα Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού -Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας
 
Δικαιοδοσία Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού -Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας
 
Γεωγραφικό Πλάτος 38o 29' 35.89" Β

 
Γεωγραφικό Μήκος 22o 58' 31.17" Α

 
Υψόμετρο 109μ.

 
Google Earth 38.493304,22.975325

 
 

 

Ξεκινάμε

ΩΔΕΙΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ
  

Δείτε το επιστημονικό δελτίο του Ωδείου Επιδαύρου
Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του «ΔΙΑΖΩΜΑΤΟΣ» το επιστημονικό δελτίο για το Ωδείο Επιδαύρου.
Αθήνα, 24 Ιουλίου 2013
 

Ρωμαϊκό Ωδείο Ασκληπιείου Επιδαύρου

Πρόγραμμα αποκατάστασης
Δεκέμβριος 2009
 

 

 

 

 

6
7

 

 

 
 

 
     


Αρχή ^

  Σωματείο ΔΙΑΖΩΜΑ
Μπουμπουλίνας 30 (1ος όροφος), Τ.Κ.: 106 82, Αθήνα,

Τηλ.: 210.82.54.256,
Fax: 210.82.54.258
Διάζωμα - Web: www.diazoma.gr, E-mail: info@diazoma.gr
Copyright © 2008 - .
 
Facebook page
Twitter
YouTube channel
YouTube tv

NewsLetter

Εγγραφείτε στο NewsLetter μας

Υπουργείο Πολιτισμού & Τουρισμού